Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

Επιτύμβια για τον κυρ Ιωάννη, τον αυτοκράτορα. 10ος αι.

 


Εδώ για χάρη μου στάσου, για λίγο, ξένε, και ρίχνοντας βλέμμα συμπονετικό στον τάφο, κλάψε για τα εγκόσμια, βλέποντας την τύχη μου και χύσε ένα ζεστό δάκρυ για μένα, τον νεκρό. Εγώ γεννήθηκα από την λεκάνη ενός ευγενούς πατέρα, βλαστός της ρίζας, κλωνάρι γεμάτο δύναμη, και ξεπέρασα κατά πολύ τους γονείς στην ανδρεία. Δεν ήμουν ακόμα έφηβος και άστραφτα με τα όπλα και τη γενναιοψυχία μου στο μέσο της βαρβαρικής γης·
δεν ήμουν ακόμα ιππέας, αλλά είχα κιόλας διακριθεί· δε σκέπαζαν ακόμα τα μάγουλα μου τα πρώτα ξανθά γένια, αλλά τα τρόπαιά μου είχαν γεμίσει όλη τη χώρα που διασχίζει κυκλικά ο Ευφράτης και περιβρέχει ο Τίγρης.

Μόνο το δικό μου χέρι φοβήθηκε ο Χαβδάν και τη φοράδα ετοίμασε για τη φυγή ο Άραβας. Εγώ πρώτος δίδαξα το γένος των Ρωμαίων πώς να παραταχθεί μπρος στην αστραφτερή λάμψη του ξίφους, στο κράνος και στο μέτωπο των εχθρών την ώρα της μάχης. Το σπαθί μου δεν είχε χρόνο από τη μάχη και αυτά τα χέρια συχνά δεν συναντούσαν εμπόδιο, αλλά άφησε ο Άραβας τρομαγμένος το ξίφος στην γη. Η επινόηση και η χρήση νεότερων όπλων και το λαμπρό είδος της εκπαίδευσής μου ήταν αποτέλεσμα της δικής μου τόλμης. Όχι το σώμα το θνητό, όχι το ευάλωτο στις μάχες θα φαινόταν ότι ενεργούσε από μόνο του, αλλά κάποια άλλη άυλη φύση, ανώτερη από την ανθρώπινη.

Όσο με προστάτευε το δεξί χέρι από ψηλά, αρίστευα, ανθούσα, κυριαρχούσα και υποδούλωσα στο κράτος σχεδόν όλη τη χώρα, αυτήν που ανατέλλοντας καίει ο πρώτος ήλιος. Όταν όμως με κατέλαβε ο πόθος για την επαίσχυντη τυραννία, αλίμονο τι κακή σκέψη, έβαψα με αίμα το δεξί χέρι και άρπαξα το σκήπτρο του κράτους, γκρεμίζοντας πύργο συγγενικό. Αλίμονο, αυτά που έγιναν μετά, ποια και πώς να τα περιγράψω; Πρώτα η φύση μέσα μου με κατηγορούσε και μου κεντούσε την καρδιά με πικρές τύψεις· βασανιζόμουν μέσα μου, θρηνούσα και είχα για φοβερό δικαστή, τη συνείδηση. Έπειτα τρέμοντας όλους τους υπηκόους, βλέποντας εφιάλτες και σκιές είχα έναν πικρό και πολυστένακτο βίο, ζώντας τη ζωή του λαγού, εγώ που ήμουν άλλοτε ατρόμητο λιοντάρι.

Αφού έζησα ο δύστυχος πικρά και λίγα χρόνια, αλίμονο, τώρα με έβαλαν να κατοικήσω στον τρεις πήχες τάφο. Κείτομαι νεκρός εγώ που (ήμουν) φτερωτός ιππέας, που ενώ άλλοτε ξεχώριζα με τις χρυσές τις πανοπλίες, τώρα είμαι σφιχτά τυλιγμένος και ντυμένος όπως οι νεκροί. Εγώ που έδινα τις νίκες μου στις λύρες για να γίνουν τραγούδι, τώρα αλίμονο έγινα έρμαιο για περιπαικτικά άσματα. Η ορμητικότητα των χεριών μου που ήταν άλλοτε σαν τη φωτιά και η ακράδαντη βούληση που είχαν αυτά τα στήθια, (έγιναν) τώρα ψυχρή σκόνη και σάπια δυσοσμία. Εκείνη η νιότη και η ομορφιά μαράθηκε· όμως οι λαμπρές στολές, η μεγαλοπρεπής όψη της εξουσίας, τα σκήπτρα, το στέμμα και ο θρόνος ο χρυσός, όλα χάθηκαν. Για μένα τον καταδικασμένο, η φοβερή σου κρίση μονάχα απομένει, δικαστή και βασιλιά μου. Δείξου σπλαχνικός την ώρα της δίκης· αφού (δείχτηκες σπλαχνικός) και στον Μανασσή, παρόλο που οι αμέτρητες αμαρτίες του ξεπερνούν τον αριθμό των αστεριών και την άμμο· δικό σου πλάσμα είμαι κι εγώ, δημιουργέ, από τα δάκτυλά σου.

Εἰς τὸν κύριν Ἰωάννην τὸν βασιλέα ἐπιτύμβια
Ἐνταῦθά μοι στὰς μικρόν, ὦ ξένε, χρόνον
καὶ προσβαλὼν φίλοικτον ὄμμα τῷ τάφῳ,
κλαῦσον τὰ θνητὰ τὰς ἐμὰς βλέπων τύχας
καὶ σπένδε θερμὸν δάκρυόν μοι κειμένῳ.
5 ἐγὼ πατρὸς φὺς εὐγενοῦς ἐξ ὀσφύος,
βλάστημα ῥίζης, πτόρθος ἰσχύος γέμων
πολλῷ παρῆλθον φύντας εἰς εὐτολμίαν·
οὔπω γὰρ ἦν παῖς καὶ φρενῶν εὐανδρίᾳ
ἤστραπτον ὅπλοις ἐν μέσῃ γῇ βαρβάρων.
10 οὔπω μὲν ἱππεύς, ἀλλ᾽ ἀριστεὺς ἦν ἅμα,
οὔπω δὲ πυρσοῖς ἐσκίαζον τὴν γένυν
πρώτοις ἰούλοις, ἀλλ᾽ ἐπλήρουν τὴν χθόνα
ἐμῶν τροπαίων πᾶσαν, ἥνπερ Εὐφράτης
κύκλῳ διαρρεῖ καὶ περιρρέει Τίγρις.
15 ἐμὰς ὁ Χαβδᾶν χεῖρας ἔφριξεν μόνας,
τὴν ἵππον ηὐτρέπισεν εἰς φυγὴν Ἄραψ.
ἐγὼ διδάσκω πρῶτος Αὐσόνων γένος
στῆναι πρὸς ἀστράπτουσαν αὐγὴν τοῦ ξίφους
κράνος τὲ καὶ πρόσωπον ἐχθρῶν ἐν μάχαις.
20 ἐμὴ μάχαιρα καιρὸν οὐκ εἶχεν μάχης,
οὐκ εἶχον ἔργον χεῖρες αὗται πολλάκις,
ἀλλ᾽ ἐξαφῆκεν ἔντρομα πρὸς γῆν ξίφος.
ὅπλων δὲ χρῆσις εὕρεσις νεωτέρων,
καὶ σχῆμα λαμπρὸν τῶν ἐμῶν παιδευμάτων
25 πέφυκεν ἔργον τῶν ἐμῶν τολμημάτων.
οὐ σῶμα θνητὸν οὐδὲ τρωτὸν ἐν μάχαις
αὐτουργὸν ἂν δόξειεν, ἀλλ᾽ εἴ τις φύσις
ἄυλος ἄλλη καὶ βροτῶν ὑπερτέρα.
ἕως μὲν οὖν ἦν δεξιὰ σκέπουσά με
30 ἄνωθεν, ἠρίστευον, ἤνθουν, ἐκράτουν,
πᾶσαν μικροῦ τέθεικα δούλην τῷ κράτει,
ἣν ἐξανίσχων ἥλιος πρῶτος φλέγει.
ἐπεὶ δ᾽ ἔρως με τῆς κακίστης ἐν βίῳ
τυραννίδος κατέσχε, φεῦ δυσβουλίας,
35 καὶ δεξιὰν ᾕμαξα καὶ σκῆπτρον κράτους
ἥρπασα, πύργον συγγενῆ κατασπάσας.
τἀντεῦθεν, οἴμοι, ποῖα καὶ πῶς ἂν φράσω;
πρῶτον μὲν ἔνδον ἡ κατήγορος φύσις
πικροῖς ἐκέντει νύγμασιν τὴν καρδίαν,
40 ἐκοπτόμην ἔσωθεν, ἐσπαραττόμην
δεινὸν δικαστὴν τὴν συνείδησιν φέρων.
ἔπειτα πάντας τοὺς ὑπηκόους τρέμων
ψευδεῖς ὀνείρους καὶ σκιὰς ὑποβλέπων,
πικρόν, πολυστένακτον ἤντλουν τὸν βίον,
45 λαγὼ βίον ζῶν ὁ πρὶν ἄτρομος λέων.
ζήσας δὲ πικροὺς καὶ βραχεῖς τάλας χρόνους,
φεῦ, τῷ τριπήχει νῦν κατῳκίσθην τάφῳ·
κεῖμαι δὲ νεκρὸς ὁ πτερωτὸς ἱππότης,
ὁ πρὶν δὲ χρυσαῖς ἐκπρεπὴς πανοπλίαις
50 ἑλικτὸς ἄρτι, νεκρικῶς ἐσταλμένος· |
f. 156v ὁ δοὺς δὲ νίκας τὰς ἐμὰς ᾠδὰς λύραις
νῦν παίγνιον, φεῦ, κωμικῶν ἀθυρμάτων·
ἐμῶν δὲ χειρῶν ἡ πυρὸς πρὶν ὀξύτης
στέρνων τε τούτων θυμοειδὴς στερρότης
55 ψυχρὰ κόνις νῦν καὶ σαπρὰ δυσωδία.
ἄνθος δ᾽ ἐκεῖνο καὶ τὸ κάλλος ἐρρύη,
στολαὶ δὲ λαμπραί, σχῆμα σεμνὸν τοῦ κράτους
καὶ σκῆπτρα καὶ τὸ στέμμα καὶ χρυσοῦς θρόνος,
ἔρρει τὰ πάντα. σὴ δὲ φρικτή μοι μόνη,
60 φρικτή, δικαστὰ καὶ βασιλεῦ μου, μένει
πρὸς πᾶσι τούτοις τῷ κατακρίτῳ κρίσις.
ἀλλ᾽ ἵλεών μοι σπλάγχνον ἐν δίκῃ νέμοις,
καὶ γὰρ Μανασσῇ κἂν τὸ πλῆθος σφαλμάτων
νικᾷ τὸ πλῆθος ἀστέρων, κἂν τὴν ψάμμον·
65 σόν, πλάστα, κἀγὼ πλάσμα καὶ σῶν δακτύλων.

Ιωάννης Γεωμέτρης (935-1000 μ.Χ.), Ιαμβικά Ποιήματα. Κριτική έκδοση, μετάφραση και σχόλια: Μαρία Τωμαδάκη, σελ. 46-49
AΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ –ΤΜΗΜΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ
ΤΟΜΕΑΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΝΕΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου