''Παράξενες ιστορίες αρχίζουν να κυκλοφορούν στο νησί. Ο ένας διηγείται πως είδε τη νύχτα τάχα τον πεθαμένο να περιφέρεται μέσα στη σκοτεινή νύχτα ουρλιάζοντας.
Άλλος ότι τον είδε να περνάει στον αέρα μέρα μεσημέρι πάνω σε ένα πύρινο άρμα. Άλλος πάλι βεβαιώνει πως τα μεσάνυχτα τον ξύπνησαν σπαρακτικοί αναστεναγμοί κι ότι ανοίγοντας τα μάτια αντίκρισε ανάμεσα σε φλόγες φάντασμα σαβανωμένο, φορτωμένο με αλυσίδες να βασανίζεται από ολόκληρο κοπάδι διαβόλους. Όλες αυτές οι τερατώδεις διαδόσεις, συσσωρεύονται μέρα με τη μέρα, εξογκώνονται, παίρνουν διαστάσεις και σιγά σιγά αρχίζουν να πιστεύουν όλοι ότι ο βρυκόλακας τρομοκρατεί τους ζωντανούς για να λυτρωθεί από τις αμαρτίες του, ότι σέρνει από τα πόδια τους κοιμισμένους, ότι τρέχει στα χωράφια ανάμεσα σε αγκαθιές και βάτα κι ότι τελικά μεταμορφώνεται σε πελώριο μαύρο σκύλο, θεριό τρομερό που αλυχτάει όλη τη νύχτα παγώνοντας το αίμα των ανθρώπων.
Κι οι παπάδες, αντί να διαφωτίσουν το ποίμνιο για την πλάνη, το βυθίζουν βαθύτερα προστάζοντας να διαβάζεται κάθε μέρα χαιρετισμός της Παναγίας και δέηση υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του βρυκόλακα, να κλειδαμπαρώνωνται οι κάτοικοι στα σπίτια τους και να τοποθετούν κέρινο σταυρό στις εξώπορτες.
Αλλά από το γενικό αυτό τρόμο επωφελούνται οι ερωτευμένοι. Είναι η κατάλληλη ευκαιρία να συναντηθούν χωρίς φόβο καταφεύγοντας σε διάφορα τεχνάσματα. Εφοδιάζονται με φανάρια σκεπασμένα με μαύρο ύφασμα ώστε να σκοτεινιάζει η λάμψη και τρέχουν εδώ κι εκεί τη νύχτα ουρλιάζοντας και σέρνοντας μεγάλες αλυσίδες και προκαλώντας φοβερό σαματά. Ο κόσμος τρέχει να κλεισθεί στα σπίτια του. Γιατί ποιός είναι τόσο ατρόμητος ώστε να καταφρονήσει την κόλαση κι όλους τους διαβόλους της;
Έτσι οι εραστές βρίσκουν την ευκαιρία να σκαρφαλώνουν στα δωμάτια και να μπαίνουν στις κάμαρες των κοριτσιών από τα παράθυρα ή τις καμινάδες. Κι εκείνα που προειδοποιημένα τους καρτερούν, νοιώθουν να χτυπά η καρδιά τους, όχι από φόβο αλλά από έρωτα. Ο σαματάς που ακούνε στο δρόμο είναι γι'αυτά χαρμόσυνη αγγελία. Στο μεταξύ οι άλλοι χωριανοί τρυπώνουν βαθιά στην κλίνη τους μουσκεμένοι στον ιδρώτα, ανήσυχοι και ταραγμένοι και κρύβουν το κεφάλι τους κάτω από τα παπλώματα''
Zallony, Marc-Philippe (1782-185.). Essaie sur les Fanariotes ou l'on voit les causes primitives de leur elevation aux hospodariats de la Valachie et de la Moldavie, leur mode d' administration et les causes principales de leur chute, Marseille 1824, σελ.105
https://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k107978b.texteImage
ΞΕΝΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ 1700-1800, ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΥ, ΑΘΗΝΑ 1973, σελ. 649
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου